δήμευσις
δήμευσις, confiscation of one’s property
- confiscation of property, θάνατον ἢ φυγὴν ἢ δ. χρημάτων IG 1(2).101.7, cf. Pl. Prt. 325c (pl.), D. 17.15; δ. alone, Arist. Pol. 1298a6; δημεύσει τῶν ὑπαρχόντων ζημιοῦν D. 21.43; τῆς οὐσίης SIG 167.26 (Mylasa, iv B. C.).
confiscación, incautación pública de bienes, esp. en cont. polít. o judicial, abs.
θάνατος καὶ φυγὴ καὶ δ.
σφαγὰς ... ἢ ἐλάσεις ἢ δημεύσεις
ὥστε ἐκ τῆς συκοφαντίας αὐτοῦ παθεῖν με δήμευσιν καὶ θλίψιν
φυγαὶ καὶ δημεύσεις
• frec. c. gen.
δ. χρημάτων
δ. τῶν ὑπαρχόντων
δ. τῆς οὐσίης
δ. τῶν ὄντων
δ. περιουσίας
κτημάτων ὧν ἐκέκτηντο δημεύσεις
- confiscation of oneʼs property, Plat.