About Report a problem

Menu

δηματρεύεσθαι

δηματρεύεσθαι, object of general pity

δηματρεύεσθαι· ἐπὶ πολὺ ὑπερτίθεσθαι, Hsch. δημεῖαι· αἱ τῶν δήμων συστάσεις, Id. δημελέητος, ον,
  • object of general pity, Id., Suid.

Saved

Recent