Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διοσημειακός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δῖος
Δῖος
Διός
Διὸς ἄκρα
Διὸς ἄνθος
Διὸς Ἀταβυριασταί
Διὸς βάλανος
Διὸς ἠλακάτη
Διὸς ἱερόν
Διὸς κύαμος
Διὸς Μειλιχιασταί
Διὸς Ξενιασταί
Διὸς πόλις
Διὸς πυρόν
Διὸς Σωτηριασταί
Διὸς Σωτῆρος λιμήν
Διὸς φίλεια
διοσ-
ΔιϜοσανηρ
διόσανθος
Διοσαταβυριασταί
διόσατις
διοσβάλανος
Διόσδοτος
διόσδοτος
Διοσεραπιασταί
διοσηλακάτη
Διοσημασία
διοσημασία
διοσημεία
Διοσημειακός
διοσημειακός
Διοσημία
διοσημία
Διοσθεών
Διόσθυος
Διοσιερίτης
Διοσιερῖτις
διοσκέω
Διοσκόρειον
Διοσκόρια
Διοσκορίδαι
Διοσκορίδης
Διοσκορίνθιος
Διοσκόριος
Διόσκοροι
Διόσκορος
Διοσκουρ-
Διοσκούρειον
Διοσκουριακός
Διοσκουριάς
Διοσκουριασταί
Διοσκουρίδης
Διοσκουριεύς
Διοσκουρίς
Διοσκουρίτης
Διόσκουροι
Διοσκουροκωμήτης
Διόσκουρος
διοσκύαμος
Διοσκωρ-
…
Διοσημειακός
Save
LSJ
Δῐοσημ-ειακός, ή, όν,
portent-bearing,
ἀστέρες
Lyd.
Ost.
15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}