διόσδοτος
διόσδοτος, given by Zeus
dado por Zeus, enviado por Zeus
αἴγλα
ἀρχά
ἄχεα
σκῆπτρα
γάνος
διόσ·δοτος, ος, ον, donné par Zeus, Pd. P. 8, 136 ; Eschl. Eum. 626, Sept. 948.
Étym. Διός, δίδωμι.
διόσδοτος, von Zeus gegeben ; αἴγλα Pind. P. 8.100 ; ἀρχή frg. 102 ; σκῆπτρα, ἄχη, Aesch. Eum. 596, Spt. 929.
διόσδοτος, -ον
- 1given by Zeus ἀλλʼ ὅταν αἴγλα διόσδοτος ἔλθῃ, λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν P. 8.96 οἶδε μὲν βίου τελευτάν, οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν fr. 137. 2.