Εἰλιόνεια Save LSJ DGE Bailly 2024 Εἰλιόνεια, ἡ, = Εἰλείθυια, Plu. Aet.Gr. 2.277b. Εἰλιόνεια v. Εἰλείθυια. Εἰλιόνεια, ας (ἡ) c. Εἰλείθυια (p.-ê. leç. incorr. pour Εἰλείθυια) Plut. Qu. rom. 52.