εἰλιγγιάω Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape εἰλιγγιάω, εἴλιγγος, v. ἰλ-. εἰλιγγιάω v. ἰλιγγιάω. εἰλιγγιάω-ῶ, c. ἰλιγγιάω, Clém. 183. εἰλιγγιάω, = ἰλιγγιάω, Sp.