εἰλίνδησις
εἰλίνδησις, εως, ἡ,
- = ἁλινδ-, Aq. Ps. 54(55).6:—so εἰλινδούμενοι, v.l. in Alciphr. 1.26.
hecho de revolverse o revolcarse Aq.Ps.54.6.
εἰλίνδησις, εως (ἡ) c. ἀλίνδησις, Aqu. Ps. 54, 6.