Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καρεῶτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρδιοκολάπτης
κάρδιον
καρδιόπληκτος
καρδιοπονέω
καρδιόπονος
καρδιοστρόφος
καρδιότης
καρδιότρωτος
καρδιουλκέω
καρδιουλκία
καρδιουργέω
καρδιοφαγέω
καρδιοφύλαξ
καρδιόω
καρδιωγμός
καρδίωξις
καρδιώσσω
καρδοπεῖον
καρδόπη
Καρδοπίων
καρδοπογλύφος
κάρδοπος
κάρδος
Καρδούχας
Καρδούχιος
Καρδοῦχοι
καρέα
κάρειον
Κάρειος
Κᾶρες
Καρεῶτις
κάρζα
κάρη
κάρηαρ
καρηβαράω
καρηβάρεια
καρηβαρέω
καρηβαρής
καρηβάρησις
καρηβαρία
καρηβαριάω
καρηβαρικός
καρηβαρίτης
καρηκομάω
καρηκομόωντες
καρῆναι
Καρήνη
Καρηνῖτις
κάρηνον
Κάρηνος
καρήξανθος
Κάρησος
κάρητι
κάρητος
Κάρθαια
καρθμός
κάρθρα
κάρι
Καρία
Καρίαται
καριδάριον
…
Καρεῶτις
Save
Bailly 2024
Καρεῶτις,
acc.
-ιν
(
ἡ
) la fontaine Karéôtis,
n. fictif,
Luc.
V.H.
2, 33
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}