Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καρδοπίων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρδίη
Καρδίη
καρδιηβολέω
Καρδιηνός
καρδικός
καρδιοβολέομαι
καρδιοβόλος
καρδιογνώστης
καρδιόδαιτος
καρδιόδηκτος
καρδιοειδής
καρδιοκολάπτης
κάρδιον
καρδιόπληκτος
καρδιοπονέω
καρδιόπονος
καρδιοστρόφος
καρδιότης
καρδιότρωτος
καρδιουλκέω
καρδιουλκία
καρδιουργέω
καρδιοφαγέω
καρδιοφύλαξ
καρδιόω
καρδιωγμός
καρδίωξις
καρδιώσσω
καρδοπεῖον
καρδόπη
Καρδοπίων
καρδοπογλύφος
κάρδοπος
κάρδος
Καρδούχας
Καρδούχιος
Καρδοῦχοι
καρέα
κάρειον
Κάρειος
Κᾶρες
Καρεῶτις
κάρζα
κάρη
κάρηαρ
καρηβαράω
καρηβάρεια
καρηβαρέω
καρηβαρής
καρηβάρησις
καρηβαρία
καρηβαριάω
καρηβαρικός
καρηβαρίτης
καρηκομάω
καρηκομόωντες
καρῆναι
Καρήνη
Καρηνῖτις
κάρηνον
Κάρηνος
…
Καρδοπίων
Save
Bailly 2024
Καρδοπίων,
ωνος
(
ὁ
) Kardopiôn,
h.
Ar.
Vesp.
1178
.
Étym.
cf.
κάρδοπος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}