Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κόνοζος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κονίποδες
κονίπους
κόνις
κονίς
κονισάλεος
κονισαλέος
κονίσαλος
κόνισις
κονίσκε
κόνισμα
κονισσάλεος
κονίσσαλος
κονιστήριον
κονιστικός
κονίστρα
κονίω
κονιώδης
κόννα
κονναβέω
κόνναρος
Κόνναρος
Κοννᾶς
κοννέω
Κοννίδας
Κόννιχος
κοννοειδῆ
κόννος
Κόννος
κοννοφόρος
κοννόφρων
Κόνοζος
Κονσίδιος
Κοντάδεσδος
κοντάκιον
κόνταξ
κονταριοθήκη
κοντάριον
κονταφόρος
κόντιλος
κοντοβολέω
κοντοκυνηγέσιον
κοντοπαίκτης
κοντοπλεύριον
κοντοπορεία
Κοντοπορεία
κοντός
κοντοφόρος
κοντόχειρ
κοντόω
Κόντρουσκος
κόντωσις
κοντωτίτης
κοντωτός
κόνυζα
κονυζήεις
κονυζίτης
κονυζίτης οἶνος
Κόνων
Κονώνειος
κοξάριος
κόον
…
Κόνοζος
Save
Bailly 2024
Κόνοζος,
ου
(
ὁ
) Konozos,
anc. n. du Strymon,
Ps.-Plut.
Fluv.
11, 1
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}