Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόντιλος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κονίσκε
κόνισμα
κονισσάλεος
κονίσσαλος
κονιστήριον
κονιστικός
κονίστρα
κονίω
κονιώδης
κόννα
κονναβέω
κόνναρος
Κόνναρος
Κοννᾶς
κοννέω
Κοννίδας
Κόννιχος
κοννοειδῆ
κόννος
Κόννος
κοννοφόρος
κοννόφρων
Κόνοζος
Κονσίδιος
Κοντάδεσδος
κοντάκιον
κόνταξ
κονταριοθήκη
κοντάριον
κονταφόρος
κόντιλος
κοντοβολέω
κοντοκυνηγέσιον
κοντοπαίκτης
κοντοπλεύριον
κοντοπορεία
Κοντοπορεία
κοντός
κοντοφόρος
κοντόχειρ
κοντόω
Κόντρουσκος
κόντωσις
κοντωτίτης
κοντωτός
κόνυζα
κονυζήεις
κονυζίτης
κονυζίτης οἶνος
Κόνων
Κονώνειος
κοξάριος
κόον
κοόρτις
κόος
Κοούτιος
κοπάδιον
κοπάζω
κόπαιον
κοπανίζω
κοπανισμός
…
κόντιλος
Save
LSJ
κόντῐλος, ὁ, Dim. of
κοντός
(A) (sens. obsc.),
Eup.
334.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}