κοντάκιον
κοντάκιον, essay
κοντάκιον, τό,
- essay, κ. μου εἰς τὴν γεωμετρίαν Steph. in Rh. 284.33, cf. 277.29.
κοντάκιον, ου (τὸ) [ᾱ] petite hymne, Chrys. 6, 1004 (κοντός 2).