Λαΐειος Save Λαΐειος, of Laius LSJ Bailly 2024 Λᾱΐειος, α, ον, of Laius, Arg.metr.ad S. OT Λαΐειος, α, ον [λᾱ] de Laïus, Soph. O.R. 451, 1216. Étym. Λάϊος.