Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ληναγόρας
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λήμη
λημηρός
λημία
λημίον
λῆμμα
λημματίζω
λημματικός
λημμάτιον
λημματισμός
λημματιστής
Λημναῖος
Λημνιακός
Λημνιάς
Λημνιασταί
Λήμνιος
Λημνίς
λημνίσκος
Λημνόθεν
Λημνομέδα
Λῆμνος
λημότης
λημύδριον
λημψαπόδοσις
λῆμψις
λήμψομαι
λημώδης
λήμωσις
λῆν
λήν
Ληναγέτας
Ληναγόρας
Λῆναι
Λήναια
ληναΐζω
Ληναϊκός
Ληναικός
Λήναιον
ληναῖος
Ληναῖος
Ληναΐτης
Ληναιών
Ληνεύς
ληνεύω
ληνεών
λήνης
ληνιαῖος
ληνίδιον
ληνίον
ληνίς
ληνοβατέω
ληνοβάτης
Ληνόβιος
ληνοπατέω
ληνόπιθος
ληνοποιός
ληνός
λῆνος
ληνών
ληξιαρχία
ληξιαρχικόν
ληξιαρχικός
…
Ληναγόρας
Save
Bailly 2024
Λην·αγόρας
(
ὁ
)
Lènagoras,
h.
Anth.
6, 56
.
Étym.
ληνός, ἀγορεύω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}