Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ληνόπιθος
ληνόπιθος, vat
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λῆμψις
λήμψομαι
λημώδης
λήμωσις
λῆν
λήν
Ληναγέτας
Ληναγόρας
Λῆναι
Λήναια
ληναΐζω
Ληναϊκός
Ληναικός
Λήναιον
ληναῖος
Ληναῖος
Ληναΐτης
Ληναιών
Ληνεύς
ληνεύω
ληνεών
λήνης
ληνιαῖος
ληνίδιον
ληνίον
ληνίς
ληνοβατέω
ληνοβάτης
Ληνόβιος
ληνοπατέω
ληνόπιθος
ληνοποιός
ληνός
λῆνος
ληνών
ληξιαρχία
ληξιαρχικόν
ληξιαρχικός
ληξίαρχος
ληξίπονος
ληξιπύρετος
λῆξις
ληξιφάρμακον
ληξιφωτέω
ληξίφωτος
Ληξόβιοι
ληξοπύρετος
λήξω
Ληόκριτος
ληός
ληπτέος
λήπτης
ληπτικός
ληπτός
ληπτῶς
ληραίνω
ληρεία
ληρέω
λήρημα
λήρησις
ληρίας
…
ληνόπιθος
Save
ληνόπιθος, vat
LSJ
ληνό-πῐθος, ὁ,
vat,
PMasp.
97.2 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}