Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ληνίον
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λημνόθεν
Λημνομέδα
Λῆμνος
λημότης
λημύδριον
λημψαπόδοσις
λῆμψις
λήμψομαι
λημώδης
λήμωσις
λῆν
λήν
Ληναγέτας
Ληναγόρας
Λῆναι
Λήναια
ληναΐζω
Ληναϊκός
Ληναικός
Λήναιον
ληναῖος
Ληναῖος
Ληναΐτης
Ληναιών
Ληνεύς
ληνεύω
ληνεών
λήνης
ληνιαῖος
ληνίδιον
ληνίον
ληνίς
ληνοβατέω
ληνοβάτης
Ληνόβιος
ληνοπατέω
ληνόπιθος
ληνοποιός
ληνός
λῆνος
ληνών
ληξιαρχία
ληξιαρχικόν
ληξιαρχικός
ληξίαρχος
ληξίπονος
ληξιπύρετος
λῆξις
ληξιφάρμακον
ληξιφωτέω
ληξίφωτος
Ληξόβιοι
ληξοπύρετος
λήξω
Ληόκριτος
ληός
ληπτέος
λήπτης
ληπτικός
ληπτός
ληπτῶς
…
ληνίον
Save
Brill-Montanari
ληνίον
-ου, τό
box
(
unc. signf.
)
Cyran.
26, 27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}