Λυσιμάχειος
Λυσιμάχειος, of Lysimachus
Λῡσῐ-μάχειος [ᾰ], α, ον,
- of Lysimachus, χρυσοῦς IG ΙΙ(2).287 B 46 (Delos, iii B. C.), written -εος.
Λῡσῐμά̆χειος -ον [Λυσίμαχος] pertaining to Lysimachos Hdn. 2.547.15.
Λυσιμάχειος, α (ος), ον [ῡῐᾰ] de Lysimaque : βοτάνη, Gal. 13, 204, autre n. de la plante λυσιμάχιον (v. ce mot).
Étym. Λυσίμαχος.