λυσιλαΐδες
λῡσῐ-λαΐδες,
- = θέρμοι (Lacon.), Polem.Hist. 91.
λῡσῐλᾱΐ̆δες -ων, αἱ lupins Polem. 91.
λυσιλαΐδες, ων (αἱ) [ῡῐᾱῐδ] lupins, Polém. (Ath. 55e).
Étym. lacon. c. l’att. θέρμος.
λυσιλαΐδες, λυσιλαΐδας θέρμους καλοῦσιν οἱ Λακεδαιμόνιοι, Ath. II.55e.