λυσίμβροτος
λῡσῐ-μβροτος, ον, prob.
- = λυσήνωρ, Pi. Pae.Oxy. 1791.18.
λυσίμβροτος -ον [λύω , βροτός ] prob. that destroys or weakens men Pind. Pae. 8.80, see λυσήνωρ.
λυσίμβροτος ?
- 1releasing men λυσίμβροτον παρθενίᾳ κε[ ]ἀκηράτων δαίδαλμα[ Pae. 8.80