Μέλαμπος
Μέλαμπος, ου (ὁ) c. Μελάμπους, Pd. P. 4, 126.
Μέλαμπος (cf. Barrett, Hermes, 1954, 4331.) son of Amythaon, a seer, cousin of Jason.
- 1ταχέως δʼ Ἄδματος ἶκεν καὶ Μέλαμπος εὐμενέοντες ἀνεψιόν P. 4.126 ἀλλʼ ὅ γε Μέλαμπος οὐκ ἤθελεν λιπὼν πατρίδα μοναρχεῖν Ἄργει θέμενος οἰωνοπόλον γέρας (μελάμπος Π: v. Thummer, 15) Pae. 4.28