About Report a problem

Menu

μελαμβαθής

μελαμβαθής, darkly deep

μελαμ-βᾰθής, ές,
  • darkly deep, Ταρτάρου κευθμών A. Pr. 221; ἀκταὶ Ἀχέροντος S. Fr. 523 (v.l. -βαφεῖς) ; σηκὸς δράκοντος E. Ph. 1010 (v.l. -βαφής) ; εἴδωλον v.l. in B. Fr. 25; cf. μελαγκευθής.

Saved

Recent