Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μότα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοσχίναι
μοσχιναῖος
μοσχίνδα
Μοσχίνη
μόσχινος
μοσχίον
μόσχιος
μοσχίτης
Μοσχίων
μοσχοθυτέω
μοσχοθύτης
Μόσχοι
μοσχοκαρύδιον
μοσχοκάρυον
μοσχολατρέω
μοσχομάγειρος
μοσχοποιέω
μοσχοποιΐα
μόσχος
Μόσχος
μοσχοσφραγιστής
μοσχοσφραγιστικά
μοσχόταυρος
μοσχοτομέα
μοσχοτομία
μοσχοτόμος
μοσχοτρόφια
μοσχοτρόφος
μοσχοφάγος
μοσχύνω
μότα
μοτάριον
μοτή
μότημα
Μοτίλος
μοτόν
μοτός
μοτοφυλάκιον
μοτοφύλαξ
μοτόω
μοτρογένειος
μοττίας
μόττυες
Μοτύη
Μότυον
μοτώ
μοτώδης
μότωμα
μότωσις
μου
μοῦ
μουγκρίζω
Μούζιρις
Μούθ
μουία
μουΐα
μουκηροβάκτας
μουκηρόβας
μουκηρόβατος
μούκηρος
Μουκία
…
μότα
Save
LSJ
μότα, τά,
= Σαρδιαναὶ βάλανοι,
Dsc.
1.106 codd.; cf.
ἄμωτον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}