μουλίων
μουλίων, mulio, muleteer
μουλ-ίων, ωνος, ὁ,
- = Lat. mulio, muleteer, Edict.Diocl. 7.19, Stud.Pal. 20.85 (iv A. D.):—Adj. μουλ-ωνικός, ή, όν, κάλικαι Edict.Diocl. 9.5a.