Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναννάριον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νακοδέψης
νακοκλέψ
νάκολον
Νακόρειοι
Νακόρειον
νακόρος
νάκος
νακοτιλτέω
νακοτίλτης
νακότιλτος
νάκτης
νακτός
νακύριον
νάκυρον
νᾶμα
ναμαρᾶς
ναμασιπήξ
ναμάτειος
ναματιαῖος
ναμάτιον
ναματώδης
ναμερτ
ναμέρτεια
ναμερτής
Ναμέρτης
νᾶν
Νάναρος
νανεῖ
νανίον
ναννάριον
Ναννάριον
νανναρίς
νανναριστής
νάννας
νάννη
Ναννίον
ναννίον
Νάννιον
ναννίσκος
νάννος
ναννοφυής
Ναννώ
ναννώδης
νανοκάκα
νᾶνος
Νάνος
νανοφυής
νανώδης
Ναξιάς
Νάξιος
Ναξιουργής
ναξιουργής
Ναξόθεν
Νάξος
ναξος
ναοδομία
ναοδόμος
ναοειδής
ναοκόρος
ναολέκτης
ναοποιέω
…
Ναννάριον
Save
Bailly 2024
Ναννάριον,
ου
(
ἡ
)
Nannarion,
f.
Mén.
(
Ath.
587
d
).
Étym.
dim. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}