About Report a problem

Menu

ναοποιέω

νᾱο-ποιέω, νᾱο-ποιία, νᾱο-ποϊκός, νᾱο-ποιός, v. νεω-ποιέω, -ποιία, -ποϊκός, -ποιός.

Saved

Recent