ναοποιέω
νᾱο-ποιέω, νᾱο-ποιία, νᾱο-ποϊκός, νᾱο-ποιός, v. νεω-ποιέω, -ποιία, -ποϊκός, -ποιός.
ναοποιέω-ῶ [ᾱ] construire un temple, Naz. Or. 31, t. 2, p. 168a, 41, t. 2, p. 441c.
Étym. ναοποιός.
ναοποιέω, [ᾱ], Tempel bauen, Sp.