Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νασάμων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νάρκα
νάρκαφθον
ναρκάω
νάρκη
νάρκημα
νάρκησις
ναρκίον
ναρκίσσινος
ναρκισσίτης
ναρκισσίτης λίθος
νάρκισσος
Νάρκισσος
ναρκόω
ναρκωδέως
ναρκώδης
νάρκωσις
ναρκωτικός
νάρναξ
Νάρνεια
Ναρνία
νάρξ
ναρός
ναρούς
νάρταλος
νάρτη
Ναρύκειος
Νᾶρυξ
νάρφη
νάρω
νᾶς
Νασάμων
Νασαμῶνες
Νασαμωνίς
νάσθη
νάσθην
Νασίδιος
Νασικᾶς
νασῖτις
νασιωτ
νασιώτας
νάσκαφθον
νασμός
νασμώδης
Νάσοι
νᾶσος
νάσσα
νᾶσσα
νάσσατο
νάσσε
νάσσω
ναστήρ
νάστης
Νάστης
ναστίσκος
ναστοκόπος
ναστός
ναστότης
ναστοφαγέω
ναστοφάγος
νατῆρες
Νατίσων
…
Νασάμων
Save
Bailly 2024
Νασάμων,
ωνος
(
ὁ
)
[
ᾰᾰ
] Nasamôn,
h.
ancêtre des Nasamônes,
A. Rh.
4, 1496
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}