νασμώδης
νασμώδης, ες,
- = ναματώδης, Hsch. νάσσα, νάσσατο, v. ναίω. νᾶσσα, Boeot. for νῆσσα, νῆττα.
νασμώδης, ες, quellig, quellenreich, δίυγρος, Hesych. u. Sp.