Νεστόρεος
Νεστόρεος, of Nestor
Νεστόρεος, α, ον, c. le préc. Il. 2, 54 ; 8, 113, etc.
Νεστόρεος
- Adj. from Νέστωρ 54, Il. 8.113, 192.
Νεστόρεος : of Nestor.
Νεστόρεος, of Nestor