νευρίτης
νευρίτης, sinew-like
νευρ-ίτης [ῑ] λίθος, ὁ,
- sinew-like stone, Orph. L. 748 codd. (fort. leg. νεβρ-).
νευρίτης, ὁ, sehnig, wie νευρῖτις, f.l. für νεβρίτης.