Πάγασος
Πάγασος, v. Πήγασος.
Πᾱγᾰσος a winged horse, child of the Gorgon, given to Bellerophon.
- 1τᾶς ὀφιώδεος υἱόν ποτε Γοργόνος Πάγασον O. 13.64 ὅ τοι πτερόεις ἔρριψε Πάγασος δεσπόταν Βελλεροφόνταν I. 7.44 Cf. fr. 317.