πάγαρχος Save LSJ Bailly 2024 πᾱγαρχ-ος, ὁ, = παγάρχης, PMasp. 68.10 (pl., vi A. D.), etc. πάγαρχος, ου (ὁ) chef d’un village, Bas. 4, 236 Migne. Étym. πάγος, ἄρχω.