παγά
πᾱγά, Dor. for πηγή.
παγά, v. πηγή.
παγά, [ᾱᾱ], ἡ, dor. = πηγή.
πᾱγά
- 1spring Ἴστρου ἀπὸ σκιαρᾶν παγᾶν O. 3.14 τᾶς ἐρεύγονται μὲν ἀπλάτου πυρὸς ἀγνόταται ἐκ μυχῶν παγαί P. 1.22 πέραν Νείλοιο παγᾶν I. 6.23 ὠκεανοῦ παρὰ παγᾶν fr. 30. 2. met., εὗρε παγὰν ἀμβροσίων ἐπέων P. 4.299