Περσηϊάδης
Περσηϊάδης, descendant of Perseus
Περσηϊάδης, gén. épq. αο (ὁ) [ᾰδ] ion. c. Περσείδης, Il. 19, 116.
Περσηϊάδης
- Patronymic from Περσεύς-1.
- Of Sthenelus-2 Il. 19.116, 123.