περσέπτολις Save Bailly 2024 Pape περσέ·πτολις, v. περσέπολις. περσέπτολις, ὁ, ἡ, poet., = περσέπολις ; στρατός, Aesch. Pers. 65 ; Ἀθηναία, Callim. lav.Pall. 43.