Σιδονίη
Σιδονίη, ης (ἡ) v. Σιδόνιος.
Σιδονίη
- Σιδών Od. 15.425
- (εὖ ναιομένη, πολύχαλκος).
- A maritime city of Phoenicia Od. 13.285, Od. 15.425.
- Σιδονίηθεν [-θεν], from Sidonia Il. 6.291.