σιδηρόχαλκος
σιδηρόχαλκος, of iron and copper
σῐδηρό-χαλκος, ον,
- of iron and copper, τομή Luc. Ocyp. 96, cf. Zos.Alch. p.214 B.
σιδηρό·χαλκος, ος, ον [ῐ] fait de fer et de cuivre, Luc. Oc. 96.
Étym. σ. χαλκός.
σιδηρόχαλκος, von Eisen und Kupfer, τομή, Luc. Ocyp. 96.
σιδηρόχαλκος
σῐδηρό-χαλκος, ον,
- of iron and copper, τομή Luc.