Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιταρκισμός
σιταρκισμός, supply of food
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σίσυς
Σισύφειον
Σισύφειος
Σισυφεύς
Σισυφίδης
σισυφίζω
Σισύφιος
Σισυφίς
Σίσυφος
σίσων
σῖτα
σιταγέρτης
σιταγωγέω
σιταγωγία
σιταγωγός
σιταῖα
σιταλετικός
Σιτάλκας
σιτάλκας
Σιτάλκης
σιτανίας
σιταποδέκτης
σιταποδοχεῖον
σιταποχία
σιτάριον
σιτάρκεια
σιταρκέω
σιτάρκημα
σιτάρκησις
σιταρκία
σιταρκισμός
σιταρχέω
σιτάρχημα
σιτάρχης
σιταρχία
σίταρχος
σιταρχώ
σιτεία
σιτένδεια
σιτέομαι
σιτέσκοντο
σιτεύεσκον
σιτεύσιμον
σιτεύσιμος
σίτευσις
σιτευτάριος
σιτευτής
σιτευτός
σιτευτώριος
σιτεύω
σιτευωνέω
σιτέω
σιτηβόρος
σιτηγέω
σιτηγήσια
σιτηγία
σιτήγονος
σιτηγός
σιτηρεσιάζω
σιτηρέσιον
σιτηρέσιος
…
σιταρκισμός
Save
σιταρκισμός, supply of food
LSJ
σῑταρκ-ισμός, ὁ,
supply of food,
Al.
Ge.
43.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}