Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τρίφυλλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρίτως
τρίτωσις
τριυίωνος
τριύφαντος
τριφαής
τριφαλαγγία
τριφάλεια
τριφάλης
Τριφάλης
τρίφαλλος
τριφανής
τριφάσιος
τρίφατος
τρίφθογγος
τριφίλητος
τριφολῖνος οἶνος
τριφορέω
τριφόρος
τριφυής
τρίφυιος
τριφύλακος
τριφυλία
Τριφυλία
Τριφύλιος
Τριφυλίς
τριφύλλινος
τριφύλλιον
τριφυλλίς
τρίφυλλον
τρίφυλλος
Τρίφυλλος
τρίφυλος
τριφυόν
τρίφωνος
τρίχα
τριχάϊκες
τριχάικες
τριχάϊξ
τρίχακτον
τριχάλεπτος
τριχαλκία
τρίχαλκον
τρίχαλκος
τρίχαλος
τρίχαπτος
τριχάρακτος
τριχάς
τριχαστός
τριχέα
τρίχειλος
τρίχειρ
τρίχες
τριχῇ
τριχῆ
τριχήλαβον
τριχήν
τρίχηνος
τριχθά
τριχθάδιος
τριχία
τριχιάζω
…
Τρίφυλλος
Save
Bailly 2024
Τρίφυλλος,
ου,
adj. m.
c.
Τριφύλιος,
Plut.
Is. et Os.
23
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}