About Report a problem

Menu

τρίφυλλος

τρίφυλλος, three-leaved

τρῐφυλλ-ος, ον,
  • three-leaved, λωτός Dsc. 4.111; βοτάνη Hsch. s.v. βάλαρις.
    • II τρίφυλλα· πολύφυλλα, καὶ πόα δέ τις Μηδικὴ οὕτω καλουμένη, Id.

Saved

Recent