τριφυλλίς Save LSJ Bailly 2024 τρῐφυλλ-ίς, ίδος, ἡ, = ὀξαλίς II, Dsc. Eup. 2.60 codd. (-φύλλου Wellm.). τριφυλλίς, ίδος (ἡ) [ῐῐδ] oxalide surelle, Diosc. Par. 2, 58. Étym. τρίφυλλος.