αἰγονόμος
αἰγο-νόμος, ον,
- = αἰγινόμος, AP 7.397 (Eryc.).
cabrero, AP 7.397 (Eryc.),
βουπελάταις τε καὶ αἰγονόμοις καὶ ποιμέσιν ἀρνῶν
glosa a αἰπόλος
αἰγο·νόμος, ος, ον, où l’on mène paître les chèvres, DH. 1, 37 ; Anth. 7, 397.
αἰγονόμος, = αἰγινόμος μυκάλη Eryc. 15 (VII.397); γῆ Dion.Hal. 1.37.