αἰγοπόδης
αἰγο-πόδης, ου, ὁ,
- = αἰγιπόδης, APl. 16.15.
de pies de cabra
Σάτυρος
αἰγο·πόδης, ου (ὁ) c. αἰγιπόδης, A. Pl. 15.
αἰγοπόδης, ziegenfüßig, Ep.adesp. 412 (Plan. 15).
αἰγοπόδης
= αἰγιπόδης, Anth.