αἴνη
αἴνη, praise, fame
αἴνη, ἡ,
- = αἶνος, praise, fame, ἐν αἴνῃ ἐών Hdt. 3.74, 8.112.
fama, reputación
ἐν αἴνῃ μεγίστῃ (εἶναι)
αἴνη, ης (ἡ) louange, gloire, Hdt. 3, 74, etc. ; cf. αἶνος.
αἴνη, ἡ, Her. 3.74, 8.112, Ruhm.
αἴνη
= αἶνος
- praise, fame, ἐν αἴνηι ἐών Hdt.