αἰνητός
αἰνητός, deserving praise
αἰνητός, ή, όν,
- = αἰνετός, IG 4.1607 (Cleonae), Pi. N. 8.39; αἰνητὸν πάντεσσιν ἐπιχθονίοις [Arist.] Pepl. 14; παράκοιτις IG 14.1363; στέμμα Epigr.Gr. 247, al.
1 digno de alabanza
αἰνέων αἰνητά
Διομήδης
μέγ' αἰνητὴ παράκοιτις
• subst. τὸ αἰ. acción loable
αἰνητὸν Ϝρέξαντα
2 preciado
ἐν γὰρ ἀγῶσιν πολλάκις αἰνητὸν στέμμα πάλας ἔλαχον
en los juegos muchas veces conseguí la preciada corona de la lucha
αἰνητός, ή, όν, c. αἰνετός, Pd. N. 8, 39.
αἰνητός, = αἰνετός, Pind. N. 8.39.
αἰνητός
- 1deserving praise, praiseworthy n. pl. as subs., αἰνέων αἰνητά, μομφὰν δʼ ἐπισπείρων ἀλιτροῖς N. 8.39
αἰνητός
= αἰνετός, Pind.