Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐσαρῖτις
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐρίβατος
αὐρίγαμμος
αὐρίζω
αὐρικαίσωρ
αὐρινός
αὔριον
αὔριος
Αὐρίτινα
Αὐρίων
Αὐρογκολήιος
αὖροι
αὐροί
αὖρον
αὐροσχάς
αὐρόσχας
Αὔρουγκοι
Αὐροῦγκοι
Αὐρουγκουλήϊος
Αὐρουπῖνοι
αὐροφόρητος
αὐροχάλκειος
αὐρόχαλκος
Αὐρώνισσοι
αὖς
αὐσ-
Αὔσα
αὐσαῖς
Αὐσανκαλεί
Αὖσαρ
Αὔσαρα
αὐσαρῖτις
αὐσαυτοῦ
ἄϋσε
Αὐσέες
Αὐσεῖς
Αὐσητανοί
Αὔσιγδα
Αὔσιγδος
αὐσιλιάριος
Αὐσίνζα
αὔσιον
αὔσιος
αὖσις
Αὔσκιοι
Αὐσόβας
αὐσόν
Αὖσον
Αὐσόνειος
Αὔσονες
Αὐσονία
Αὐσονίδης
Αὐσονιῆες
Αὐσονικός
Αὐσόνιος
Αὐσονίς
Αὐσονίτης
Αὐσονῖτις
αὖσος
αὐσός
αὖσπεξ
αὔσπιξ
…
αὐσαρῖτις
Save
DGE
αὐσαρῖτις
-εως, ἡ
lat.
ausaritis
un tipo de
mirra
Plin.
HN
12.69.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}