αὔσιος Save LSJ Bailly 2024 Pape αὔσιος, = τηΰσιος, Ibyc. 12; cf. αὔτως. αὔσιος, α, ον, vain, inutile, Ibyc. 11 (EM.). Étym. dor. c. τηύσιος. αὔσιος, dor. = τηΰσιος, Ibyc. frg. 19 im EM.