Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Αὐρουγκουλήϊος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐράνα
Αὐρανῖτις
αὐράριος
Αὔρας
Αὐρέολος
αὔρη
αὔρηκτος
Αὐρηλία
Αὐρηλιανός
Αὐρήλιος
αὖρι
αὐριβάτας
αὐριβάτης
αὐρίβατος
αὐρίγαμμος
αὐρίζω
αὐρικαίσωρ
αὐρινός
αὔριον
αὔριος
Αὐρίτινα
Αὐρίων
Αὐρογκολήιος
αὖροι
αὐροί
αὖρον
αὐροσχάς
αὐρόσχας
Αὔρουγκοι
Αὐροῦγκοι
Αὐρουγκουλήϊος
Αὐρουπῖνοι
αὐροφόρητος
αὐροχάλκειος
αὐρόχαλκος
Αὐρώνισσοι
αὖς
αὐσ-
Αὔσα
αὐσαῖς
Αὐσανκαλεί
Αὖσαρ
Αὔσαρα
αὐσαρῖτις
αὐσαυτοῦ
ἄϋσε
Αὐσέες
Αὐσεῖς
Αὐσητανοί
Αὔσιγδα
Αὔσιγδος
αὐσιλιάριος
Αὐσίνζα
αὔσιον
αὔσιος
αὖσις
Αὔσκιοι
Αὐσόβας
αὐσόν
Αὖσον
Αὐσόνειος
…
Αὐρουγκουλήϊος
Save
Bailly 2024
Αὐρουγκουλήϊος,
ου
(
ὁ
)
transcr. du n. d’h. rom.
Aurunculēius
,
Pol.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}