αὐροσχάς
αὐροσχάς, vine
αὐροσχάς, άδος, ἡ,
- name of a vine, Ἰκαριωνείης Parth. Fr. 17; also, = τὸ κατὰ βότρυν κλῆμα, Eratosth. 37.
αὐροσχάς, s. ὀρεσχάς, Hesych.