βέντιστος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βέντιστος, α, ον, v. βέλτιστος. βέντιστος v. βέλτιστος. βέντιστος, v. βέλτιστος fin. βέντιστος -α -ον Dor. voor βέλτιστος. βέντιστος, dor. = βέλτιστος, Theocr. 5.76.