βηταρμός
βηταρμός, dance
βηταρμός, ὁ,
- dance, β. ἐνόπλιον ὠρχήσαντο A.R. 1.1135.
n. de una danza
βηταρμὸν ἐνόπλιον εἱλίσσοντο
βητ·αρμός, οῦ (ὁ) marche cadencée, danse, A. Rh. 1, 1135.
Étym. βαίνω, *ἀρμός de ἀραρίσκω.
βηταρμός, (βαίνω, ἁρμός), ὁ, Taktschritt, Tanz, Ap.Rh. 1135.